ευσύνθετος

εὐσύνθετος, -ον (ΑΜ)
αυτός που είναι καλά συντεθειμένος, καλά διατεταγμένος
μσν.
1. αυτός που έχει ωραίο παράστημα
2. επινοητικός σε κάτι, εφευρετικός
αρχ.
1. (για πράγματα) αυτός που συντίθεται εύκολα
2. αυτός που συμβιβάζεται εύκολα, ο καλόβολος
3. το ουδ. ως ουσ. τo εὐσύνθετον
η ιδιότητα τού ευσύνθετου.
επίρρ...
εὐσυνθέτως (ΑΜ)
με καλή σύνθεση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + σύν-θετος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐσύνθετος — easy to compound into a word masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐξύνθετος — εὐσύνθετος , εὐσύνθετος easy to compound into a word masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσυνθέτως — εὐσύνθετος easy to compound into a word adverbial εὐσύνθετος easy to compound into a word masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσύνθετον — εὐσύνθετος easy to compound into a word masc/fem acc sg εὐσύνθετος easy to compound into a word neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσυνθέτοις — εὐσύνθετος easy to compound into a word masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσυνθέτους — εὐσύνθετος easy to compound into a word masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσυνθέτῳ — εὐσύνθετος easy to compound into a word masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσύνθετα — εὐσύνθετος easy to compound into a word neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐξύνθετον — εὐσύνθετον , εὐσύνθετος easy to compound into a word masc/fem acc sg εὐσύνθετον , εὐσύνθετος easy to compound into a word neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευσυνθεσία — εὐσυνθεσία, ἡ (ΑΜ) [ευσύνθετος] μσν. (για λέξεις) η καλή σύνθεση, η καλή διάταξη αρχ. 1. (για το σώμα) η αρμονία με κανονικές αναλογίες, η συμμετρία 2. (για συνθήκες) η φύλαξη, η πιστή τήρηση …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.